Εισαγωγή
"Ω,Μούσα,ώμου ομοούσιου!
τον ταπεινό πετεινό,τείνω να πατώ
και να πεινώ
Με ένα μάτι σε κοιτώ,
Τη φύση μου την τερατώδη απατώ"
Η σπηλιά αντήχησε από την απαγγελία του ποιήματος που εξήλθε στεντόρεια και βροντώδης από το στόμα του Κύκλωπα.Μοναχικός,ρομαντικός ....σώπασε....αφουγγράστηκε... Βήματα μικρών δίποδων ψιθύρισαν στ'αυτιά του. Έσβησε τις δάδες και προχώρησε προς την έξοδο.Ποιοι του τάραζαν τη γαλήνη; Πήρε το ρόπαλό του για κάθε ενδεχόμενο και έστησε ενέδρα στους θρασύτατους εισβολείς.Ακουσε τις ομιλίες καθώς πλησίαζαν:
-Πω,πω! Πολυ σκοτάδι.Δώσε λίγο το φωτεινό,Γιεμπενέκα.
-Κι εγω πως θα βλε΄πω,Μάντα-Ντοροσόγκο;
-Σωπάστε πια!Φαίδρα, ελα κοντα στο φως!
-Έρχομαι,Μάγια!
Τέσσερα ζευγάρια πόδια πάγωσαν,αψηφώντας κάθε νόμο αδράνειας της ύλης,όταν τα αντιστοιχα τέσσερα κεφάλια ανέλυσαν το οπτικο ερέθισμα που δέχτηκαν από τα οπτικά νεύρα! Η γιγάντια σιλουέττα υψώθηκε απότομα μπροστά τους!
-Τι γυρεύετε στη σπηλιά μου;μούγκρισε αποτυχημένα προσπαθώντας να τους φοβίσει.Το κατάλαβε , γι'αυτο συνέχισε απλώς σαν κάποιον που τον ξυπνάνε 5 λεπτά πριν το ξυπνητήρι.Με διακόψατε ενώ έγραφα ένα ποίημα για την στερνή ποιητική συλλογή μου "Όντας Εύηχος".Δε σας έχω ξαναδεί εδώ γύρω.Ποιήτε;
-Όχι,,είμαστε πιεστές.Πιέζουμε για μια ουσία,είπε η Μάγια,η πιο θαρραλέα απ τους τέσσρις.Δε θα λέγαμε όχι όμως αν εσύ μας απήγγειλες κάτι.
-Ω!Ένα ακροατήριο!Θέλετε να με ακολουθήσετε στο σαλόνι;
-Βλέπω,δε χάνετε το χρόνο σας!απήντησε η Φαίδρα.
Κεφάλαιο #1 ΎΠΑΡΞΗ ΙΔΑΝΙΚΩΝ
Καθώς ο Κύκλωψ άνοιξε το φως,οι 4 φίλοι αντίκρυσαν ένα μεγαλειώδες θέαμα.Το σαλόνι ήταν γεμάτο από μπαρόκ διακόσμηση , νεοκλασσικές επιρροές και βιεννέζικη φινέτσα. Πίνακες διακοσμούσαν τα τοιχώματα και εβένινα ή δερμάτινα έπιπλα γέμιζαν το χώρο.Ο Κύκλωψ φορούσε ένα μπεζ κασκόλ,γαλάζιο καρώ γιλέκο και καφέ φαρδύ παντελόνι.Το μονόκλ του ήταν χρυσό με μποέμικο ύφος και όπως ταιριάζει σε ένα μονόφθαλμο σα κι αυτόν.
-Πολύ ωραία η σπηλιά σου,σχολίασαν οι επισκέπτες.
-Εδώ έρχομαι και σαπίζω τους τελευταιους δύο αιώνες.Δυστυχώς ο κόσμος δεν έχει θέση πια για μύθους και παράξενα.Εκτος...από μια γειτονιά στη Βαρσοβία,όμως κι από κει έφυγα και πούλησα το σπίτι μου σε δυο κινέζους.
Η Φαίδρα σήκωσε ένα παλιό δερματόδετο τετραδιο όπου είδε μέσα γραμμένους καλλιγραφικά στίχους, και το ξεφύλλισε.
-Θα μας διαβάσεις λοιπόν;
-Φυσικά.Σερβιριστείτε απότην πανάκριβη τσαγιέρα μου όσο θα απαγγέλω
<<Ο ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΠΕΤΕΙΝΟΣ>>
Ω,Πετεινέ, 'σύ ταπεινέ!
που φέρνεις την αυγή
μα όχι τα αυγά
Το άλικό σου το λειρί
τις προϋποθέσεις τις πληρεί
Πάλι με ξύπνησες πρωί
κατρακύλλησα στο μαύρο λούκι,στην υδροροή
Οι κότες ζητούν τον έρωτά σου
μα εσύ ζήτησες τη γνώμη αυτουνού¨
Αυτού του παλιόπουστα του Τάσου
-Καταπληκτικό!!! Έξοχο!!! Μεγαλειώδες!!! Θαυμάσιο!!! φώναξαν ξεσπώντας σε χειροκροτήματα οι 4 επισκέπτες. Ο Γιεμπενέκα και ο Μάντα-Ντοροσόνγκο αν και συνήθως το παίζουν άντρες, δε μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους.
Μόλις καταλάγιασε η ένταση,ο Κύκλωψ απόλαυσε μια επιμηκυνημένη γουλιά τσάι και μίλησε κοιτώντας αφηρημένα σε έναν από τους πίνακές του:
-Σειρά σας τώρα . Να μου πείτε τι θέλετε εδώ.
Το λόγο πήρε η Μάγια:
-Είμαστε πιεστές και αναζητούμε τη χαμένη μαγεία αυτού του κόσμου,που οι επιστήμες αρνούνται και οι θρησκείες απαγορεύουν.
-...όπως και οτιδήποτε ανέμελο,ξένοιαστο και γελαστικό!,συμπλήρωσε η Φαίδρα.
-Έξοχα!Θαυμάσια! γύρισε ο Κύκλωψ,απότομα.Αν τα καταφέρετε ίσως και η δική μου εξορία τελειώσει και βγω ξανά στον κόσμο! Αλλά πείτε μου...Πώς με βρήκατε;
-Ήμασταν στον τελικό αγώνα πάλης,πήρε το λόγο ο Γιεμπενέκα,όπου βλέπαμε τον πρωταθλητή με το ψευδώνυμο "Το Παληκάρι" να κερδίζει τον τίτλο νικώντας τον κακό,αν και στη διάρκεια του αγώνα έχασε το ένα του μάτι. Μιλήσαμε μαζί του , και τον ρωτήσαμε αν είναι δυστυχισμένος που έχασε το ματι του.Και μας είπε "Όχι.Αλλωστε ξερω κι άλλον έναν μονόφθαλμο".
-Α,χα! Το Παληκάρι ξέρει κι άλλον Μονο-μάτη!!!
-Ακριβώς!κι έτσι μας υπέδειξε το μονοπάτι και ηρθαμε!
-Στην αρχη φοβόμασταν μήπως μας φας, κόμπιασε ο Μάντα-Ντοροσόγκο./
-Sois pas stupide! ...μη λες βλακείες! Αυτά τα λένε οι εγκάθετοι του Ομήρου,του εκ Χανίων αποστάτη! Οι κύκλωπες τρεφόμαστε με φρέσκες αγνές τροφές, κίνδυνο , φούρτουνα κι ωμές γροθιές!
-Ναι,αλλά πρέπει να φάγαγες φαϊ κι όχι ξύλο!
-Σωστά.Γι'αυτο σταμάτησα να τρώω ξύλο και ζω μόνο με φρούτα,μέλι και γαλακτοκομικά. Αρκετά είπαμε όμως.Καθίστε αναπαυτικά,θα σας παίξω μία σονάτα στο πιάνο και μετά θα σας ξαποστείλω.Θα σας δώσω όμως ένα παλιό ημερολόγιο που κατέχω που είμαι σίγουρος ότι θα σας βοηθήσει στην αναζήτησή σας.Ο συγγραφέας ήταν πολύ στενός μου φίλος.
Ο Κύκλως έκατσε σε ένα εβένινο σκαμπώ μπροστά στο πιάνο, έκανε <<κράκ>> τα δάχτυλά του κι άρχισε να παίζει μια μελωδία και παράλληλα έψελνέ απαλά τους στίχους:
♫ Nτο-ρε-μι,Ντο-ρε-μι ♫
ΕΛΙΕΣ Σ'ΈΝΑ ΚΑΡΩ ΜΑΝΤΗΛΙ
♫ Σολ-φα-ρε , Ρε-Σολ-φα ♫
Ελιές,καινούριες ή παλιές
γεμίζουν τις κοιλιές
♫ Φα-Σολ-Φα , Ντο - Λα -Λα ♫
Λάδι για να βγάλουν
τις πατάνε οι πιεστές
♫ Λα-Σι-Ντο , Λα-Σι-Ντο ♫
Τις πατάνε με μανία,με θυμό , με παρρησία
Βγάλανε καθόλου λάδι
ή πιέζετε χωρίς ουσία;
Σχεδόν σαν σε όνειρο,βγήκανε από τη σπηλιά και κοιτάξανε το ημερολόγιο που τους έδωσε ο Κύκλωψ.Στο εξώφυλλο έγραφε "Συμπαντικη Συνωμοσία.Ένρινος Χένρυ"
"Ω,Μούσα,ώμου ομοούσιου!
τον ταπεινό πετεινό,τείνω να πατώ
και να πεινώ
Με ένα μάτι σε κοιτώ,
Τη φύση μου την τερατώδη απατώ"
Η σπηλιά αντήχησε από την απαγγελία του ποιήματος που εξήλθε στεντόρεια και βροντώδης από το στόμα του Κύκλωπα.Μοναχικός,ρομαντικός ....σώπασε....αφουγγράστηκε... Βήματα μικρών δίποδων ψιθύρισαν στ'αυτιά του. Έσβησε τις δάδες και προχώρησε προς την έξοδο.Ποιοι του τάραζαν τη γαλήνη; Πήρε το ρόπαλό του για κάθε ενδεχόμενο και έστησε ενέδρα στους θρασύτατους εισβολείς.Ακουσε τις ομιλίες καθώς πλησίαζαν:
-Πω,πω! Πολυ σκοτάδι.Δώσε λίγο το φωτεινό,Γιεμπενέκα.
-Κι εγω πως θα βλε΄πω,Μάντα-Ντοροσόγκο;
-Σωπάστε πια!Φαίδρα, ελα κοντα στο φως!
-Έρχομαι,Μάγια!
Τέσσερα ζευγάρια πόδια πάγωσαν,αψηφώντας κάθε νόμο αδράνειας της ύλης,όταν τα αντιστοιχα τέσσερα κεφάλια ανέλυσαν το οπτικο ερέθισμα που δέχτηκαν από τα οπτικά νεύρα! Η γιγάντια σιλουέττα υψώθηκε απότομα μπροστά τους!
-Τι γυρεύετε στη σπηλιά μου;μούγκρισε αποτυχημένα προσπαθώντας να τους φοβίσει.Το κατάλαβε , γι'αυτο συνέχισε απλώς σαν κάποιον που τον ξυπνάνε 5 λεπτά πριν το ξυπνητήρι.Με διακόψατε ενώ έγραφα ένα ποίημα για την στερνή ποιητική συλλογή μου "Όντας Εύηχος".Δε σας έχω ξαναδεί εδώ γύρω.Ποιήτε;
-Όχι,,είμαστε πιεστές.Πιέζουμε για μια ουσία,είπε η Μάγια,η πιο θαρραλέα απ τους τέσσρις.Δε θα λέγαμε όχι όμως αν εσύ μας απήγγειλες κάτι.
-Ω!Ένα ακροατήριο!Θέλετε να με ακολουθήσετε στο σαλόνι;
-Βλέπω,δε χάνετε το χρόνο σας!απήντησε η Φαίδρα.
Κεφάλαιο #1 ΎΠΑΡΞΗ ΙΔΑΝΙΚΩΝ
Καθώς ο Κύκλωψ άνοιξε το φως,οι 4 φίλοι αντίκρυσαν ένα μεγαλειώδες θέαμα.Το σαλόνι ήταν γεμάτο από μπαρόκ διακόσμηση , νεοκλασσικές επιρροές και βιεννέζικη φινέτσα. Πίνακες διακοσμούσαν τα τοιχώματα και εβένινα ή δερμάτινα έπιπλα γέμιζαν το χώρο.Ο Κύκλωψ φορούσε ένα μπεζ κασκόλ,γαλάζιο καρώ γιλέκο και καφέ φαρδύ παντελόνι.Το μονόκλ του ήταν χρυσό με μποέμικο ύφος και όπως ταιριάζει σε ένα μονόφθαλμο σα κι αυτόν.
-Πολύ ωραία η σπηλιά σου,σχολίασαν οι επισκέπτες.
-Εδώ έρχομαι και σαπίζω τους τελευταιους δύο αιώνες.Δυστυχώς ο κόσμος δεν έχει θέση πια για μύθους και παράξενα.Εκτος...από μια γειτονιά στη Βαρσοβία,όμως κι από κει έφυγα και πούλησα το σπίτι μου σε δυο κινέζους.
Η Φαίδρα σήκωσε ένα παλιό δερματόδετο τετραδιο όπου είδε μέσα γραμμένους καλλιγραφικά στίχους, και το ξεφύλλισε.
-Θα μας διαβάσεις λοιπόν;
-Φυσικά.Σερβιριστείτε απότην πανάκριβη τσαγιέρα μου όσο θα απαγγέλω
<<Ο ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΠΕΤΕΙΝΟΣ>>
Ω,Πετεινέ, 'σύ ταπεινέ!
που φέρνεις την αυγή
μα όχι τα αυγά
Το άλικό σου το λειρί
τις προϋποθέσεις τις πληρεί
Πάλι με ξύπνησες πρωί
κατρακύλλησα στο μαύρο λούκι,στην υδροροή
Οι κότες ζητούν τον έρωτά σου
μα εσύ ζήτησες τη γνώμη αυτουνού¨
Αυτού του παλιόπουστα του Τάσου
-Καταπληκτικό!!! Έξοχο!!! Μεγαλειώδες!!! Θαυμάσιο!!! φώναξαν ξεσπώντας σε χειροκροτήματα οι 4 επισκέπτες. Ο Γιεμπενέκα και ο Μάντα-Ντοροσόνγκο αν και συνήθως το παίζουν άντρες, δε μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους.
Μόλις καταλάγιασε η ένταση,ο Κύκλωψ απόλαυσε μια επιμηκυνημένη γουλιά τσάι και μίλησε κοιτώντας αφηρημένα σε έναν από τους πίνακές του:
-Σειρά σας τώρα . Να μου πείτε τι θέλετε εδώ.
Το λόγο πήρε η Μάγια:
-Είμαστε πιεστές και αναζητούμε τη χαμένη μαγεία αυτού του κόσμου,που οι επιστήμες αρνούνται και οι θρησκείες απαγορεύουν.
-...όπως και οτιδήποτε ανέμελο,ξένοιαστο και γελαστικό!,συμπλήρωσε η Φαίδρα.
-Έξοχα!Θαυμάσια! γύρισε ο Κύκλωψ,απότομα.Αν τα καταφέρετε ίσως και η δική μου εξορία τελειώσει και βγω ξανά στον κόσμο! Αλλά πείτε μου...Πώς με βρήκατε;
-Ήμασταν στον τελικό αγώνα πάλης,πήρε το λόγο ο Γιεμπενέκα,όπου βλέπαμε τον πρωταθλητή με το ψευδώνυμο "Το Παληκάρι" να κερδίζει τον τίτλο νικώντας τον κακό,αν και στη διάρκεια του αγώνα έχασε το ένα του μάτι. Μιλήσαμε μαζί του , και τον ρωτήσαμε αν είναι δυστυχισμένος που έχασε το ματι του.Και μας είπε "Όχι.Αλλωστε ξερω κι άλλον έναν μονόφθαλμο".
-Α,χα! Το Παληκάρι ξέρει κι άλλον Μονο-μάτη!!!
-Ακριβώς!κι έτσι μας υπέδειξε το μονοπάτι και ηρθαμε!
-Στην αρχη φοβόμασταν μήπως μας φας, κόμπιασε ο Μάντα-Ντοροσόγκο./
-Sois pas stupide! ...μη λες βλακείες! Αυτά τα λένε οι εγκάθετοι του Ομήρου,του εκ Χανίων αποστάτη! Οι κύκλωπες τρεφόμαστε με φρέσκες αγνές τροφές, κίνδυνο , φούρτουνα κι ωμές γροθιές!
-Ναι,αλλά πρέπει να φάγαγες φαϊ κι όχι ξύλο!
-Σωστά.Γι'αυτο σταμάτησα να τρώω ξύλο και ζω μόνο με φρούτα,μέλι και γαλακτοκομικά. Αρκετά είπαμε όμως.Καθίστε αναπαυτικά,θα σας παίξω μία σονάτα στο πιάνο και μετά θα σας ξαποστείλω.Θα σας δώσω όμως ένα παλιό ημερολόγιο που κατέχω που είμαι σίγουρος ότι θα σας βοηθήσει στην αναζήτησή σας.Ο συγγραφέας ήταν πολύ στενός μου φίλος.
Ο Κύκλως έκατσε σε ένα εβένινο σκαμπώ μπροστά στο πιάνο, έκανε <<κράκ>> τα δάχτυλά του κι άρχισε να παίζει μια μελωδία και παράλληλα έψελνέ απαλά τους στίχους:
♫ Nτο-ρε-μι,Ντο-ρε-μι ♫
ΕΛΙΕΣ Σ'ΈΝΑ ΚΑΡΩ ΜΑΝΤΗΛΙ
♫ Σολ-φα-ρε , Ρε-Σολ-φα ♫
Ελιές,καινούριες ή παλιές
γεμίζουν τις κοιλιές
♫ Φα-Σολ-Φα , Ντο - Λα -Λα ♫
Λάδι για να βγάλουν
τις πατάνε οι πιεστές
♫ Λα-Σι-Ντο , Λα-Σι-Ντο ♫
Τις πατάνε με μανία,με θυμό , με παρρησία
Βγάλανε καθόλου λάδι
ή πιέζετε χωρίς ουσία;
Σχεδόν σαν σε όνειρο,βγήκανε από τη σπηλιά και κοιτάξανε το ημερολόγιο που τους έδωσε ο Κύκλωψ.Στο εξώφυλλο έγραφε "Συμπαντικη Συνωμοσία.Ένρινος Χένρυ"
