Τρίτη 14 Μαΐου 2019

Βίος και Πολιτεία- Βία και Κτηνωδία του Ένρινου Χένρυ


Βίος και Πολιτεία- Βία και Κτηνωδία του Ένρινου Χένρυ
----------
Κεφάλαιον 1ο

Η αστεία σιλουέττα του Χένρυ στήθηκε μπροστά στον Μεμψίμοιρο. Ο Μεμψίμοιρος ήταν σοβαρός και ξενέρωτος. Ήταν αδίκανος και έφερε μύστακα τσιγγελωτόν, μάρκας “ΚΕΝ”, τύπου σκαραβαίος Ι.Χ.
-Κόψε τώρα τη γκρίνια, γιατί ΘΑ ΣΕ ΤΣΑΚΙΣΩ,ΣΚΑΤΟΓΕΡΑ!!! στρίγγλισε ο Χένρυ
-Δε μπορείς να μου την κόψεις τώρα! Μη ξεχνάς ότι έχουμε και την άλλη δουλειά με τη Σοβαρότητα!
-Απουσία Γέλιου τέλος για μένα ,Μεμψίμοιρε! Μπορεί να πήρα μέρος στη γκρίνια, όμως τώρα θα αφοσιωθώ στις Ατάκες!
Ο Μεμψίμοιρος εκνευρισθείς εκτόξευσε μια αποξηραμένη γροθιά(ξερομπούκετο) στον Χένρυ. Λοξοπατώντας και λυγίζοντας προς τα πίσω το αχλαδοανθρωποειδές κεφάλι του, ο Χένρυ την απέφυγε. Εν συνεχεία περιστραφείς περί του άξονά του, υπερέκτεινε δρεπανιωδώς το πόδι του, παραδίδοντας εκρηκτικόν τινά λάκτισμα επί των οπισθίων του Μεμψίμοιρου!
-Ένας κλώτσος-μια βδομάδα ΑΧΕΠΑ! απείλησε ο Χένρυ και έτρεξε μακριά πριν ο αντίπαλος συνέλθει απο το σάστισμα.

Πέρασε μια βδομάδα που κρυβόταν από το Συνδικάτο των Σοβαρών του Μεμψίμοιρου. Ήταν ο μοναδικός “χένρυ” στην πόλη κι αυτο τον έκανε εύκολο στόχο. Γι'αυτό αποφάσισε να αλλάξει το όνομά του.
-Θα το κάνω ...Ένρινος Χένρυ!!! Γιατί είναι πιο εύηχο. Τωρα δε θα με αναγνωρίζει ουδείς. Όμως για σιγουριά θα πάω στον κολλητό μου, τον Αγγουρένιο να δούμε αν θα προσέξει την αλλαγή.
Βάδιζε με τον γνωστό παραπληγοηλιθιογενές περπάτημά του, κτυπώντας με τις σόλες τα πλακάκια του λευκοκαλυφθέντος πεζοδρομίου σαν τις μπαγκέτες πάνω σε τσιμεντένιο ξυλόφωνο και απολαμβάνων την πολυμορφία των πρασινόπεπλων δένδρων του πυκνοφυούς πάρκου.
-Αγγουρένιε!
-Χένρυ!
-Με λένε “Ενρινο” Χένρυ.
-Α,σας πέρασα για κάποιον γνωστό μου...
-Ελά,εντάξει. Εγώ είμαι. Σε μπέρδεψα;
-Πώ! Δε σε κατάλαβα καθόλου με αυτήν την προσθήκη στο όνομα!
-Πρέπει να συζητήσουμε. Οι Σοβαροί με έχουν πάρει στο κυνήγι.
-Ρε συ Χένρυ, μήπως η Φαντασία σου καλπάζει;
-Και οι μπουνιές που έφαγα, φανταστικές ήτανε ρε μαλάκα;
Αποφάσισαν να πάνε στον Γαλλικό καφενέ “Γαυλαί Μουπαίς” ιδιοκτησίας του παλιού τους συνδαιτημόνα , του Τσιφλιόν Πορτοκαλιόν. Ήταν ένα σκοτεινό κουτούκι που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με τα εξής περίεργα επίθετα: Τεκές, Καταντιά, Γιαφκά, Γριά, Τεφλόν, Τεφλχόν και Αραβχώθ.
-Ώστε λοιπόν, έφυγες από το Συνδικάτο των Σοβαρών, Χένρυ; του απευθύνθη ο Αγγουρένιος
-Κατάλαβα ότι η μεγάλη μπάζα δε βρίσκεται στη σοβαρότητα.
-Αλλά..;
-Στο Γέλιο ,φυσικά!!! Ο Μεμψίμοιρος θέλει να κορέσει την πόλη με σοβαροφάνεια και πρέπει να τον σταματήσω!
Εκείνη τη στιγμή, εν μέσω φωτεινών ακτινών εισβαλλομένων βιαίως εκ της θύρας του “Γαυλαί Μουπαίς”, όρμησαν δέκα νίντζα, ή μπορεί να’ταν πέντε παλαιστές, ή μπορεί να ‘ταν δύο πυροσβέστες, ή και ίσως να ‘ταν ένας ναύτης...
-Με βρήκανε!!! φώναξε ο Ένρινος Χένρυ εγερθείς αποτόμως σαν Jack-in-theBox και πιάνοντας τα κλειδιά από την πιστολοειδή λαβή τους σε αμυντική στάση!
-Φύγε, Ένρινε Χένρυ! τον περότρυνε ο Αγγουρένιος. Στην πίσω πόρτα θα βρεις δυο κινέζους , τον Τσι-κάϊ-Κι και τον Βιό-Λί. Θα σε φυγαδεύσουν με το σκούτερ τους.
Έτρεξε , ακροάζοντας τους ήχους της συμπλοκής πίσω του: σπασμένα μπουκάλια, πεταμένες καρέκλες, χρυσά τεσάκια, από πορτοκάλια τσόφλια... Οι δυο κινέζοι τον ανέβασαν στο σκούτερ, όμως δε μπορούσε να ισορροπήσει και να βάλει μπρος. 
Τελικώς τα κατάφερε, ξεκίνησε το σκούτερ και το πήγε όλο λαμπάδα, γιατί είναι τρελός, γιατί είναι δυνατός, για κείνον είναι λίγοι και τη σκόνη του θα τρως!
Έφτασε στο πουθενά. Γύρω του, παρατημένα, μισο-γκρεμισθέντα υπό τη βαναυσότητας του Χρόνου, κτήρια αγκαλιασμένα από λιπόσαρκα κλαδιά αναρριχητικών φυτών και κατηλληφθέντα από την άναρχη εξουσία γλοιωδών εντόμων . Έβγαλε το αιχμηροξυσθέν μολύβι του και άρχισε να γράφει στο τετράδιό του:
“Η ζωή είναι μια Πλάκα!”
-Πρέπει να γράψω όλες τις ατάκες Γέλιου και σοφίας και να τις κληροδοτήσω σε όλα τα κορυφαία άτομα, ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού της σοβαροφάνειας.
Έγραφε όλη τη νύχτα, λουσμένος από το ασημόχρωμο χλωμό φως της εαρινής Πανσελήνου. Το όλο σκηνικό του θύμισε την Ίρμα. Τα ίσια, μαύρα μαλλιά της , σαν δέσμη σκοτεινού φωτός, τα ημίκλειστα βλέφαρά της-τα γεμάτα υποσχέσεις ονείρων-με τις πρασινοκαστανές τους ίριδες υπερακτινοβολούσες σαν καινοφανείς αστέρες. Τα κόκκινα χείλη της, σαν αισθησιακές έχιδνες, να χορεύουν μυστηριωδώς σχηματίζοντας λόγια φονικά. Τα μαύρα φρύδια της, δυο πινελιές του Σαλβαδόρ Νταλί σε φιλντισένιο καμβά...
“Τη νύχτα θα ντυθώ γαμπρός,για να σε ξεγελάσω!”της είχε υποσχεθεί....
-Που να ‘ναι τώρα και τι να κάνει; Ή θα χαβάει ή θα ταϊτεί...
Η ονειροπόληση σιγά-σιγά έσβησε και καθώς η κούραση τον κατέβαλλε, ίσα-ίσα κατάφερε να τελειώσει τις τελευταιές του φράσεις:
“Το αληθινό χιούμορ ξεκινάει όταν γελάς με τον εαυτό σου.
Μακάριοι όσοι γελούν με τον εαυτό τους γιατί δε θα σταματήσουν ποτέ να διασκεδάζουν.”